Άλλη μια νύχτα με βροχή... Το κρύο είναι βαρύ καθώς ο Φεβρουάριος έχει μπει για τα καλά πια. Η ατμόσφαιρα υγρή και την σιγαλιά της νύχτας ταράζουν οι γάτες που καβγαδίζουν στα σκουπίδια. Τα σοκάκια, στενά και σκοτεινά όπως πάντα. Χαλασμένες πινακίδες φωτίζουν τους δρόμους. Σπάνια βλέπεις περαστικό τέτοια ώρα. Αν δεις ή θα προκαλεί μπελάδες ή θα τον βρει μπελάς. Ο ήχος της βροχής στην άσφαλτο και στις ταράτσες ο μοναδικός του φίλος.
Οι κινήσεις του αργές. Σχεδόν νεκρικές. Αφουγκράζεται τη δομή της πόλης. Της νέας του αγαπημένης. Το παγερό του βλέμα χάνεται στον ορίζοντα εκεί ψηλά. Βλέπει την καταιγίδα να μαίνεται. Τη δύναμη της φύσης σε όλο της το μεγαλείο. Ένας κεραυνός σκίζει τα μαύρα σύννεφα και φωτίζει τον ουρανό σα μέρα. Ο ήχος και η δύναμή του τρομάζει τους πάντες, όχι όμως και αυτόν...
Οι κινήσεις του αργές. Σχεδόν νεκρικές. Αφουγκράζεται τη δομή της πόλης. Της νέας του αγαπημένης. Το παγερό του βλέμα χάνεται στον ορίζοντα εκεί ψηλά. Βλέπει την καταιγίδα να μαίνεται. Τη δύναμη της φύσης σε όλο της το μεγαλείο. Ένας κεραυνός σκίζει τα μαύρα σύννεφα και φωτίζει τον ουρανό σα μέρα. Ο ήχος και η δύναμή του τρομάζει τους πάντες, όχι όμως και αυτόν...
Οι σταγόνες της βροχής παγωμένες ρέουν το πρόσωπό του, κοιλάνε κάτω από το δερμάτινο πανοφόρι. Ποτίζουν το σάπιο του κορμί. Ρυπές αέρα τον ξυπνούν από το λήθαργο και του υπενθιμίζουν το λόγο που βρίσκεται σήμερα εδώ, πάνω στη σκεπή της πόλης. Οι ουλές στο σώμα του δεν τον αφήνουν να ξεχάσει. Όσο και αν το θέλησε. Όσο και αν το προσπάθησε. Κάθε ράμα πάνω σε αυτό το κορμί, σε αυτό το πρόσωπο, του ξυπνά αναμνήσεις αρχέγονες, σχεδόν νεκρές. Όταν όμως έλθουν και πάλι στο μυαλό του, σαν άλλες Ερινύες, αποζητούν αίμα και οργή για να κατευναστούν. Προσπαθεί να τις θάψει βαθιά μέσα του. Να αποτιναχθεί από το παρελθόν αυτό. Να ξεχάσει...
Η μοναδική ευχαρίστηση που του έχει απομείνει είναι η ησυχία. Η μελωδία της βροχής και της θάλασσας που κάπου εκεί στο βάθος σπάει τα κύματα της στον κυματοθραύστη του λιμανιού και όταν φυσά κατάλληλα έρχεται ο ήχος στα ευαίσθητα αυτιά του. Στέκεται αγέρωχος. Αμίλητος. Ανεπιρέαστος από τα πάντα. Απλά παρατηρεί. Ευχαριστεί τον θεό του για την ηρεμία που του προσέφερε αυτό το βράδυ. Μέσα του όμως δεν μπορεί να ησυχάσει. Αναζητά κάτι. Ψάχνει με το βλέμα του κάθε δρομάκι. Πηδά από στέγη σε στέγη, από ταράτσα σε ταράτσα και παρακολουθεί. Κοιτά από εκεί ψηλά τους πάντες. Σαν φύλακας άγγελος τους, ή καλύτερα όπως θα του ταίριαζε, σαν φύλακας δαίμονάς τους...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου