Πριν πολλά πολλά χρόνια σε ένα μακρινό χωριό μέσα στα χιόνια έμενε ο μικρός Τουίφελ... Ένα ξωτικό με ρόδινα μάγουλα και μικρά δαχτυλάκια, τρυπωμένο μέσα σε μια ζεστή κουφάλα σε μια γερασμένη βελανιδιά. Ζούσε μονάχο του εκεί από όσο μπορούσε να θυμηθεί τον εαυτό του!
Το σπιτάκι του είχε όλες τις ανέσεις! Μικρά κουζινικά και όμορφα μπιμπελό στόλιζαν τα ράφια στους ξύλινους τοίχους. Καρό κόκκινα τραπεζομάντιλα κάλυπταν τα τραπεζάκια του και διάφορα στολίδια ομόρφαιναν τον χώρο. Του Τουίφελ του άρεσε να κάθεται μπροστά στο μαγικό πέτρινο τζάκι του! Εκεί μπορούσε να ζεσταθεί μπροστά στην χρυσοπορφυρή φλόγα που έκαιγε μέρα και νύχτα... Μπορούσε να μαγειρέψει αχνιστές σούπες στο σιδερένιο καζάνι του και να ονειρευτεί! Αυτό ήταν και το αγαπημένο του! Κάθε μέρα έβγαινε βόλτα στο δάσος και μάζευε ρίζες, χόρτα και καρπούς, έφτιαχνε νόστιμες πίττες που και που και γλυκά κουλουράκια. Είχε πάντα κρύο εκει που ζούσε. Ένας μαγικός ατέλειωτος χειμώνας. Καλύτεροι του φίλοι ήταν τα κουνελάκια της διπλανής καρυδιάς. Κατοικούσαν εκεί πολλά χρόνια και μερικές φορές τον καλούσαν σε γεύμα με ότι διέθετε το φτωχικό τους.
Εκείνη την μέρα χιόνιζε από τα χαράματα. Το ξωτικό είχε ξυπνήσει, έριξε μερικά ξύλα στη φωτιά και έφτιαξε μια ζεστή σοκολάτα... Έκατσε στην πολυθρόνα τυλιγμένος στην κουβέρτα του και αγνάντευε το χιόνι που έπεφτε αργά αργά και σκέπαζε τα πάντα... Ήταν χαρούμενο! Ήξερε πως είχαν έρθει Χριστούγεννα και τα πράσινα μεγάλα μάτια του λαμπήρισαν στο λυκόφως..! Περίμενε πως και πως να ανοίξει τα δώρα του! Κάθε χρόνο με μαγικό τρόπο φύτρωναν κάτω από το μικρό δεντράκι που στόλιζε. Άλλες φορές ήταν γλυκά, άλλες φορές παιχνίδια, μπιχλιμπίδια ή ρούχα! Πάντα ήταν κάτι που θα του έδινε χαρά και θα μπορούσε να το απολαμβάνει για μέρες... Γύρισε και κοίταξε κάτω από το δέντρο του. Ακόμα ήταν άδειο. Τίποτα δεν είχε εμφανιστεί. Μια μικρή αγωνία άναψε στην καρδιά του και ο Τουίφελ αποφάσισε να βγει έξω. Ήθελε να κάνει ένα χιονάνθρωπο... Να του βάλει ένα ωραίο καρότο για μύτη, κουμπιά για μάτια και χαμόγελο, ένα καπέλο και ένα κασκόλ να μην κρυώνει.
Ντύθηκε με τα φτωχικά μα χοντρά του ρουχαλάκια και βγήκε στο κρύο. Ήταν ένα γλυκό πρωινό. Άρχισε να φτιάχνει τις χιονόμπαλες όταν είδε τον κύριο Ασβό να μπαίνει στο σπίτι των κούνελων. Ο κ. Ασβός ήταν ο γιατρός του δάσους. Ανησύχησε και πήγε σιγά σιγά να δει τι συμβαίνει. Οι πατημασιές του έμεναν στο αφράτο χίονι και οδηγούσαν στο παράθυρο από τη ζεστή φωλιά τους. Κοίταξε μέσα από τα θολωμένα τζάμια... Τα δύο από τα τρία μικρά κουνελάκια της οικογένειας ήταν άρρωστα βαριά. Είδε την απογοήτευση στο βλέμμα του κυρ Ασβού. Δε θα έβγαζαν το μήνα. Στεναχωρήθηκε πολύ... Απομακρίνθηκε από το παράθυρο και τρύπωσε πάλι μέσα στο σπιτάκι του. Ο χιονάνθρωπος έστεκε ημιτελής απ'έξω.
Μέσα στην κουφάλα είχαν εμφανιστεί τα δώρα! Μια σκάφη για σκι και μερικά ζαχαρωτά! Δεν τον ένοιαζε όμως καθόλου πια. Πήρε λίγο ψωμί μες στο ταγάρι του, λίγο τυρί και ένα φλασκί με γάλα και ξεκίνησε το δρόμο του. Το είχε πάρει απόφαση! Τα κουνελάκια θα ζούσαν! Ήταν φίλοι του και έπρεπε κάτι να κάνει! Έτσι τράβηξε για να βρει τον γέροντα που λέγανε πως ζούσε βαθιά μέσα στο δάσος. Αυτός ήταν που έφερνε τα δώρα. Κανείς δεν τον είχε δει ποτέ! Σίγουρα όμως ήταν μέγας μάγιστρος για να τρυπώνει μέσα στα σπίτια έτσι αθόρυβα πάντα... Ήθελε να του ζητήσει φέτος να πάρει πίσω τα δώρα και να χαρίσει στους φίλους του την υγεία τους!
Ξεκίνησε να πηγαίνει στην καρδιά του δάσους. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει και να στρώνεται πάνω στο μωβ σκουφάκι του. Κρύος αέρας φυσούσε μερικές φορές και έριχνε το χιόνι από τα γέρικα κλαδιά των δέντρων! Είχε φτάσει μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ... Ο Τούιφελ συνέχιζε να περπατά... Όταν κουράζονταν έβρισκε μια ακατοίκητη κουφάλα ή μια μικρή σπηλιά και τρύπωνε να ξαποστάσει. Άναβε μια μικρή φωτιά να ζεσταθεί, έτρωγε λίγο από το ψωμοτύρι του, έπινε το γάλα του, κοιμόταν και συνέχιζε το δρόμο του. Οι μέρες περνούσαν και οι βδομάδες το ίδιο. Συνάντησε πολλά ξωτικά, πουλιά, αρκούδες, ελάφια. Όλοι ήξεραν για τον γέροντα μα κανείς δεν τον είχε δει...
Κόντευε μήνας πια και είχε αρχίσει να απελπίζεται... Τότε λίγο μετά το σούρουπο είδε ένα φως να τρέχει ανάμεσα στα δέντρα! Τέτοιο φως δεν είχε ξαναδεί! Άρχισε να το κυνηγά! Όσο το πλησίαζε άκουσε καμπανάκια να χτυπούν ρυθμικά... Αυτό ήταν! Ήξερε πως είχε βρει αυτό που ψάχνει... Έφτασε σε ένα ξέφωτο στην πιο απομακρισμένη γωνιά του δάσους. Κανείς ποτέ δεν είχε έρθει εδώ. Ένα μικρό χιονισμένο ξύλινο σπιτάκι έστεκε στο βάθος. Πίσω του λίγα δέντρα και μετά απλώνονταν μια χιονισμένη πεδιάδα ως εκεί που φτάνει το μάτι... Δώδεκα ελαφάκια έστεκαν σε μια φάτνη το ένα με μια φωτεινή μυτούλα. Ένα έλκυθρο μερικά βήματα πιο δίπλα συμπλήρωνε το σκηνικό. Προχώρησε αγχωμένος στην πόρτα του σπιτιού. Ένα στεφάνι από καταπράσινο γκι κρέμονταν στα σανίδια της με ένα κόκκινο φιόγκο και δυο μικρά κουδουνάκια.
Πριν χτυπήσει, η πόρτα άνοιξε μαγικά, μια ζέστη ξεχύθηκε να τον υποδεχτεί και όμορφες μυρωδιές ξεπήδησαν έξω να τον καλωσορίσουν. Στο βάθος δυο πολυθρόνες απέναντι από το τζάκι, μερικοί κουραμπιέδες και λίγα μελομακάρονα σε ένα πιάτο στο τραπεζάκι ανάμεσα τους, περίμεναν κάποιον να τα καταβροχθήσει. Είχε πεινάσει. Μπήκε δειλά μέσα στο σπίτι και μια γιαγιά του είπε να καθίσει. Του προσέφερε ότι γλυκό τραβούσε η ψυχή του και ότι πιωτό ήθελε να πιει! Λίγες στιγμές αργότερα ήρθε και ο γέροντας... Άνοιξε την πόρτα, τίναξε το χιόνι από πάνω του και έκατσε δίπλα του. Η γιαγιάκα τον φίλησε στοργικά στο μάγουλο και χάθηκε στα δωμάτια του σπιτικού. Ο γέροντας φαινόταν στρουμπουλός και καλοζωισμένος. Είχε μακριά κάτασπρη γενιάδα και ροζ μάγουλα. Τον Τούιφελ τον γνώριζε χρόνια. Αυτός ήταν που του έφερνε τα δώρα... Έβγαλε τον σκούφο του που άστραφτε πάνω του και τον ακούμπησε στο τραπέζι.
Το ξωτικό σαστισμένο δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. "Ξέρω" είπε ο παππούλης με μια βαριά φωνή. Ο μικρός ξεροκατάπιε. Σε μια στιγμή μέσα βρέθηκαν πάλι έξω από το λαγούμι. Κοίταζαν μέσα από το παράθυρο, η μαμά κουνέλα και ο μπαμπάς κλέγανε. Τα δυο κουνελάκια ήταν ξαπλωμένα και ψήνονταν στον πυρετο. Το τρίτο ήταν πολύ μικρό ακόμα για να καταλάβει. Ήταν ακόμα Χριστούγεννα, σαν να μην πέρασε μια μέρα! Ο Τούιφελ βούρκωσε και το δάκρυ του έπεσε και πάγωσε πριν φτάσει στο χιόνι. Ο γέροντας τον κοίταξε με στοργή, κούνησε τα δάχτυλά του και άξαφνα ένα μαγικό χρυσό φως πλημμύρισε το δωμάτιο! Πλούσια εδέσματα και δώρα γέμισαν τον τόπο, πριν το καταλάβουν τα κουνελάκια ήταν περδίκι! Τα μάτια του καλόκαρδου ξωτικού άστραψαν από χαρά και ευγνωμοσύνη! Ψιθύρισε "ευχαριστώ" και γύρισε να κοιτάξει δίπλα του. Ο γέροντας είχε χαθεί... Δεν είχαν μείνει ούτε πατημασιές ούτε τίποτα... Είδε πίσω του, το τζάκι στο σπίτι του κάπνιζε ακόμα. Πριν προλάβει να καταλάβει τι είχε συμβεί άνοιξε η εξώπορτα. Τα κουνελάκια τον είδαν που στέκονταν στο παράθυρο και βγήκαν να τον προσκαλέσουν στο πιο όμορφο δείπνο που είχε ποτέ... Κανείς δεν ξαναείδε ποτέ τον γέροντα ή το σπιτάκι στο ξέφωτο! Δεν μπόρεσε να τον ευχαρηστήσει, μα κάθε Χριστούγεννα του άφηνε μερικά γλυκά και ένα ποτήρι γάλα κάτω από το δέντρο... Ίσως, ήλπιζε, μια χρονιά να μπορούσε να του πει πόσο σημαντικό ήταν αυτό που έκανε εκείνες τις μέρες...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου